Τα γραμματάκια μεγαλώνουν με ctrl= για τους Pcάδες, και με cmd= για τους Macάδες!
Ευχαριστώ!

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Να κάνουμε και τέλειο κορμί (Πους απς) Παρτ Ουάν


Μέσα σε όλα που πρέπει να γίνονται καθημερινά, δουλειά, μετακινήσεις, σπίτι, μαγείρεμα, σφουγγάρισμα και πλύσιμο πιάτων, η ζωή μου επεφύλαξε και μια άλλη πινελιά στη ρουτίνα μου, αυτή της σχεδόν καθημερινής επισκέψεως στο γυμναστήριο της γειτονιάς, το οποίον παραδόξως αν και είναι της γειτονιάς και όχι καμια αλυσίδα περιωπής, είναι αρκετά αξιοπρεπές, με γυμναστάς προθύμους να βοηθήσουν και να συμβουλέψουν δείχνοντας το αναγκαίο ενδιαφέρον για τον δύσμοιρο που δεν έχει ιδέα τι είναι το Πεκ Ντεκ και άλλα εξωτικά.

Εκεί λοιπόν μαθαίνω καθημερινά να υποβάλλω το γέρικο κορμί μου σε διάφορους άθλους φέρνοντάς το στα όριά του, μαθαίνω καινούριους όρους, μαθαίνω να αισθάνομαι εξαιρετικά φιτ (μετά που τσακίζω τις τυρόπιττες του παρακείμενου φούρνου μου φεύγει αυτή η εντύπωση) και φυσικά μαθαίνω έναν όμορφο αν και λίγο ιδρωμένο καινούριο κόσμο ο οποίος όπως άλλωστε κάθε κόσμος που σέβεται τον εαυτό του έχει τις φυλές του... Οι φυλές του Ισραήλ λοιπόν μέσα σε έναν περιορισμένο χώρο έχουν αρκετό ενδιαφέρον από κουτσομπολίστικης και ανθρωπολογικής πλευράς... θεωρώ δε, θα δείξει, ότι αυτό το ποστ θα ολοκληρωθεί σε περισσότερες της μίας αναρτήσεως, πάμε σιγά σιγά γιατί έχω να κάνω πόδια;

Μέσα λοιπόν σε όλους τους δύστυχους που χτυπιούνται 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 (παραπάνω δεν έχει φιλενάδα είναι καθορισμένο με σοφία από τα παλιά χρόνια αυτό) φορές τη βδομάδα είναι και η φυλή η δικιά μου, η φυλή των average πρώην ζουμπουρλούδικων που χτυπιόμαστε με μανία και κάνουμε ότι γουστάρουμε κιόλας και συζητάμε για προγράμματα και διατροφή και βρε Σούζυ μου ένα παστίτσιο το μεσημεράκι το χτυπάμε μετά την πρωινή τυρόπιτα με το Μίλκο (δεν έχω καλύτερο) κι ενώ τα μπράτσα φουσκώνουν και η πλάτη γραμμώνει, η έρμη η κοιλιά δε λέει να πέσει! Που να πέσει η δύστυχη όταν έρχεται η γλυκειά εσπέρα και να το παστίτσιο που μεινε απ το μεσημέρι, μην πάει χαμένο βρε κουκλί μου, να και μια μους σοκολάτα να φύγει η ψαρίλα κι από καύσεις μόνο το τσιγάρο που το τραβάει η ορεξή σου μετά τη μους, δεν το τραβάει το άτιμο; Και η κοιλιά, κοιλιά γαμώ τα γεράματά μου μέσα που όταν ήμουνα παιδί γραμμάριο λίπους δεν είχα πάνω μου (δεν έτρωγα βέβαια τον αγλέουρα κι έτρεχα στους δρόμους όλη μέρα - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Υποκατηγορία της φυλής της δικιάς μου είναι οι average πρώην τόφαλοι που έραψαν ΚΑΙ το στόμα - εγώ θα φάω για πρωινό ένα γκρεϊπφρούτ (α πα πα πα πα), το μεσημέρι κοτόπουλο ψητό ΧΩΡΙΣ ΛΑΔΙ και ένα φύλλο μαρούλι - όχι 2 γιατί με βαραίνει. Το βράδυ δε μόνο το μαρούλι.... (κι όπως έλεγε όταν ήμουν στο δημοτικό εκείνο το δημώδες στο ανθολόγιο «έφαγες το μαρούλι σου, δίχως λάδι δίχως ξύδι; Και πώς δεν επνιγήκαμε σε τούτο το ταξίδι;») άλαδο το δόλιο. Η διαφορά της υποκατηγορίας ταύτης είναι ότι πέφτει ΚΑΙ Η ΚΟΙΛΙΑ κι έτσι εμείς οι υποδέλοιποι ζηλεύουμε και φτάνουμε σε σημείο να τρώμε περισσότερο απ τον καημό.

Λίγο πιο πέρα, να να εκεί δίπλα στον καθρέφτη είναι ο ωραιοπαθής τυπάκος, μεσ στη γράμμωση, ένα κορμί αγαλματένιο, το χαμόγελο της Κολγκέιτ, μια φάτσα κουκλίστικη και το υφος 100 καρδιναλίων. Επίσης της δίαιτας του μαρουλιού (ενίοτε και φακές με κάτι ματζούνια και άλλα σιχαμένα) αλλά με μια ωραιοπάθεια που του κυβερνά το είναι του. Σηκώνει βάρη- δεν κλατάρει, αλλά κοιτάζεται στους καθρέφτες από κάθε γωνία και μεριά που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ιδρώσει γιατί

α. Θα χαλάσει το μαλλί
β. Θα βραχεί το μπλουζί το σπεσιάλ που το ψαχνε 2 μήνες να ταιριάζει στην κορμοστασιά και την ιδιοσυγκρασία του
γ. Θα μυρίσει τζατζικίλες επίσης το μπλουζί και αυτό πλένεται μόνο στο καθαριστήριο
δ. Θα χαλάσει το μαλλί, τό παμε 2 φορές γιατί είναι σημαντικό.

Απαραίτητο στοιχείο του άουτφιτ του ωραιοπαθούς είναι να τονίζει εκτός της γράμμωσης και τα τατουάζ που είναι διακριτικά σπαρμένα στο κορμί του (σαν τα διαμάντια στο κορμί της; Ε! καπως έτσι!)

Μέσα εκεί που είναι οι μπάρες είναι ο γνωστός σε όλους μας σφίχτης. Καλό παιδί χωρίς όμως πολλά πολλά και χαιρετούρες, γεμίζει τη μπάρα με όσα βάρη δεν θα σηκώσω εγώ και όλο μου το σόι σε ολάκερη τη ζωή μας και σφίγγεται. Σφιγγεται πολύ. Το πρόσωπο κοκκινίζει. Οι φλέβες πετάνε. Εγώ νιώθω την ανάγκη να φέρω το βαλιτσάκι πρώτων βοηθειών καλού κακού. Τα μούσκουλα φουσκώνουν. Οι φλέβες πετάνε ακόμα πιο πολύ και ακούγεται η πολεμική ιαχή «ΙΑΑΑΑΑΑΑΑΡΧΧΧΧΧΧΓΚΧΧΧΧΧΧ» και η μπάρα σηκώνεται. Τα ποδαράκια που συνήθως είναι σαν καλαμάκια τρέμουν. Η μπάρα κατεβαίνει. Ο ιδρώτας κυλά. Μια ανάσα και πάμε πάλι «ΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΧΓΚΧΧΧΧΧΧΧ» και οι κατσαρίδες εξαφανίζονται από το κτίριο.

(Τώρα που το σκέφτομαι δεν τελειώνει έυκολα αυτό το θέμα, μήπως να το συνεχίζαμε αργότερα βρε φιλενάδα γιατί πείνασα ελαφρά;)

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ποιος είσαι φίλε


Ανέτρεξα πριν λίγες μέρες τη λίστα με τα τηλέφωνα, έτσι βρε φιλενάδα, να δω για γιορτάδες μέρες που είναι και που ρχονται, να προγραμματιστώ. Είδα πολλά ονόματα ανθρώπων πρώην αγαπημένων, φίλων κι εραστών, φίλων χρόνων, φίλων που έπινα νερό στο όνομά τους, κολλητών βρε μάτια μου - πώς το λένε - φίλων που κατέληξαν να είναι ένα αδιάφορο όνομα μέσα στη λίστα μου και που δεν το σβήνω για να βλέπω ποιος είναι να μη σηκώνω το τηλέφωνο.

Εκείνον τον φίλο που μεγαλώσαμε μαζί, που τον αγαπούσα τόσο πολύ, που είχαμε όμως μια σχέση παράξενη. Ποιος είναι ο πιο έξυπνος; Ο πιο όμορφος; Με περισσότερο χιούμορ; Με ωραιότερη φωνή; Με ωραιότερο μυαλό; Με καλύτερες σπουδές; Με καλύτερο σπίτι; Έτσι ήταν αυτός ο φίλος. Μια χαρά παιδί και ζήλευε τους πάντες και τα πάντα αλλά με μένα είχε μια εμμονή. Έπρεπε να αποδεικνύει συνέχεια ότι είναι καλύτερός μου. Δεν με πείραζε, για μένα αλλού ήταν αυτός καλύτερος, αλλού ήμουν εγώ. Αλλά για κείνον όχι. Έπρεπε αποδεδειγμένα να είναι ο καλύτερος. 

Όταν μεγαλώσαμε και γίναμε άντρες μπήκαν στη μέση τα ερωτικά. Μαζί ανακαλύψαμε τους εαυτούς μας, μαζί αρχίσαμε να ψάχνουμε τα τι και τα πως, εκείνος με το φόβο της απόρριψης κι εγώ με την άνεση που έχω πάντα σε κάθε τι καινούριο. 
Σκάσε και κολύμπα είμαι εγώ, κολύμπα και θα δεις τι ωραία είναι. Και ήταν από την πρώτη μέρα. Με έρωτες τρελλούς, με βραδυές αξέχαστες, βραδυές κεφιού ελαφρές αλλά και ακόμα πιο όμορφες, αγκαλιά με έναν άνθρωπο που τη δεδομένη στιγμή είναι τα πάντα για σένα. Ποτέ μόνος παρά μόνο όταν το ήθελα και το χρειαζόμουν. Έτσι είναι για μένα το πράγμα, απλό, συνεχές και υπέροχο, και τότε και τώρα μετά από τόσα χρόνια.

Εκείνος είχε θέμα. Φοβόταν τη χυλόπιττα, κανείς δεν ήταν και καλά άξιος για εκείνον που ήταν τόσο όμορφος, τόσο έξυπνος, τόσο μορφωμένος, ένας ήρωας από άλλο πλανήτη, ένας ημίθεος ανάμεσα σους θνητούς. Και δεν γνώριζε κανέναν για έρωτα, δεν επέτρεπε σε κανένα να τον πλησιάσει, είχε αυτό το ύφος το σνομπ, ενώ από μέσα του βρε κούκλα μου έτρεμε να μην την πατήσει.

Και την πλήρωνα εγώ. Εγώ έφταιγα που δεν έβρισκε εραστή γιατί όποιον ήθελε τον είχα εγώ. Γιατί όλοι προτιμούσαν εμένα γιατί είμαι αλαφρόμυαλος και επειδής είμαι μέτριος είμαι πιο εύκολο θύμα. Και ακόμα χειρότερα. 

Δεν έδινα σημασία γιατί τον αγαπούσα. Μέχρι που ζήλεψε τους νέους φίλους μου και προσπάθησε με ψέμματα να με κάνει να τσακωθώ μαζί τους. Τον ρώτησα γιατί και μου είπε ότι είναι καλύτερα έτσι χωρίς καινούριους ανθρώπους στη ζωή μου, εγώ κι εκείνος, όχι άλλοι. Του κοψα την καλημέρα για χρόνια μέχρι πριν λίγους μήνες που με πήρε να δει τι κάνω και γιατί εξαφανίστηκα. Είμαι συγκινησιάρης και περίεργος και πήγα να τον δω. Με πέθανε στα κοπλιμέντα στην αρχή, ποόσο ομόρφυνα, λάμπω, φταίει ο έρωτας για ότι μου συμβαίνει; (Φταίει και αυτός φυσικά και το ότι έκοψα τις 37 σοκολάτες την ημέρα). Μετά άρχισε το θάψιμο, θάψιμο και ψέμματα για ανθρώπους αγαπημένους. Του το είπα και του έδειξα ότι δεν θα με ξαναδεί, τέτοιο φαρμάκι δεν το θέλω στη ζωή μου.

Κρίμα σκέφτηκα προχτές που είδα το όνομά του στη λίστα και θυμήθηκα εκείνο το ζευγάρι το αγαπημένο μου. Χρόνια φίλοι, τους ήξερα από τότε που τα πρωτοφτιάξανε, τους είδα παντρεμένους μετά από χρόνια και χάρηκα τόσο πολύ γιατί τους αγαπούσα και τους 2 πραγματικά. Σε μια πολύ δύσκολη στιγμή τους μπόρεσα και βοήθησα ουσιαστικά και τότε κλαμμένοι και οι 2 δεν ήξερα πώς να με ευχαριστήσουν, ήμουν αδερφός, όχι μόνο φίλος, αδερφός. Και πήγαμε διακοπές μαζί, και γιορτάσαμε στο σπίτι μου γιορτές και γενέθλια και τραπεζώματα δεκάδες. 

Κι εξαφανίστηκαν. Πήραν το σπίτι το δικό τους και περίμενα πως και πως να το δω αλλά η πρόσκληση δεν ερχόταν ποτέ. Είχαν πολλές δουλειές, τρεχάματα. Και μάθαινα από κοινούς γνωστούς ότι καλούσαν κόσμο. Το γιορτάζανε. Εμένα μια φορά μόνο για ένα ρημαδοκαφέ. Και αραίωσαν τα τηλέφωνα, αραίωσε το ενδιαφέρον. Είχαν άλλους φίλους τώρα, οικογενειάρχες, εγώ δεν χωρούσα στην παρέα. Και όταν πέρασα πριν λίγα χρόνια ένα μανίκι εκείνη μου είπε μη διστάσω να της ζητήσω βοήθεια, για μένα ό,τι θέλω. Και όταν της είπα για βοήθεια μου είπε αχ συγνώμη, ό,τι άλλο θες εκτός από αυτό. Και όταν της θύμισα μετά από καιρό το περιστατικό το αρνήθηκε. 
Κι έτσι σταμάτησα να παίρνω τηλέφωνο, ούτε σε γιορτές ούτε σε λύπες. Με παίρνουν αυτοί 1-2 φορές το χρόνο να δουν που χάθηκα βρε και βαριέμαι να απαντήσω... δεν θέλω, βαριέμαι.

Έτσι κι ένας άλλος φίλος - κολλητός, χρόνια μαζί στα πάντα μέχρι που εξαφανίστηκε και τώρα που επανεμφανίστηκε γιατί χώρισε αναρωτιέται γιατί δεν σηκώνω τα τηλέφωνα, δεν θέλω βρε πουλάκι μου, δεν έχω να μοιραστώ απολύτως τίποτα μαζί σου. Απολύτως τίποτα.

Έχω κι εγώ ευθύνες, το γνωρίζω, με κάποιους άλλους ανθρώπους έκανα λάθη και τους έχασα, με κάποιους άλλαξαν άρδην οι ζωές μας και χαθήκαμε (αν και υπάρχει ακόμα αγάπη) και με κάποιους άλλους απλά δεν ταίριαξαν τα χνώτα μου μετά από κάποιον καιρό. Αλλά άνθρωπο που στάθηκε δίπλα μου όταν τον χρειάστηκα δεν υπάρχει περίπτωση να διαγράψω και να τον βάλω στην κατηγορία γιορτή-γενέθλια ό,τι κι αν συμβεί. Δεν μου πάει ρε φιλενάδα, έτσι είμαι εγώ. 'Αντε και μη χειρότερα!

Μήλο μου κόκκινο


Έχω ένα μήλο στο συρτάρι. Πολύ καιρό. Ένα όμορφο, τεράστιο, κατακόκκινο, μοσχομυριστό μήλο. Έχει και μάρκα. Έχει πανω στο στιλπνό του κορμί ένα αυτοκόλλητο που λέει ότι είναι από τη Ζαγορά. 

Εκεί στο μαγικό Πήλιο μεγάλωσε αυτό το υπέροχο μήλο, το φύσηξε ο μαγεμένος αγέρας του βουνού, το πότισαν τα γάργαρα νερά του, το ανέθρεψε Πηλιορείτης ταλαιπωρημένος από της σοδιάς τις παραξενιές και από του βουνού τα τερτίπια. Το βγαλα από το συρτάρι και το χω δίπλα μου να το βλέπω. Να το μυρίζω. Να του επιτρέψω να με ταξιδέψει στο λατρεμένο τόπο που χω καιρό να πάω. Το βγαλα και το κοιτώ και με κοιτά κι αυτό κι αναρωτιέται, "πότε θα με φας Χριστιανέ μου; Εγώ ήρθα για σένα από κει μακριά, σου φερα του Πηλίου τις κορφές και τις θάλασσες, τα χιόνια και τη δροσιά, τις αναμνήσεις σου όλες, τις χαρές σου - γιατί μόνο χαρές έχεις μέσα σ ένα παραμύθι, κι εσύ απλά με κοιτάς; Φάε με και ταξίδεψε με τη γλύκα μου εκεί που θα θελες να είσαι τώρα, είτε είναι το Πήλιο αυτο, ή το χωριό του Αη Βασίλη-δεν έχει σημασία, ταξίδεψε με τη γλύκα μου εκεί που θέλεις".

Κι έχω ταξιδέψει, έχω ταξιδέψει πολύ στη ζωή μου, στο μαγικό βουνό άπειρες φορές, στην Ελλάδα ολόκληρη, στη Μήλο των πετρωμάτων, στην Πάτρα του καρναβαλιού, στην Ολυμπία για μια συναυλία εκεί δίπλα στ αρχαία, στης Νάξου την Πορτάρα, στης Δήλου τα λιοντάρια, στων Δελφών τους γκρεμούς, στου Μετσόβου τα χιόνια και τη ζεστή φασολάδα, στης Μυκόνου τα σοκάκια, στης Αστυπάλαιας την μπερδεμένη χώρα, στης Ζακύνθου τις σπηλιές τις γαλάζιες, στης Σαλονίκης την παραλία, στα Γιάννενα στη λίμνη, στης Κίμωλου το παστίτσιο, στου Αχέροντα το Μαντείο, που να πρωτοθυμηθώ.

Στου Καίρου τα παζάρια και στης Καζαμπλάνκα τα σοκάκια. Στα πλακόστρωτα της Ρώμης και στης Πόλης τα στενά, στις Φλωρεντίας τις εκκλησιές και στης Βενετίας τα κανάλια, στις αγορές του Μιλάνου και της Φεζ... και αλλού κι έρχονται κι άλλα.

Αχ μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο, ταξίδεψες να ρθεις σε μένα κι εγώ τόσα ταξίδια κι ένα μήλο δεν έχω φάει. Αχ μήλο μου, εσύ που έδιωξες τους Πρωτόπλαστους από τη γη της επαγγελίας. Αχ μήλο μου... μόνο για μένα δεν είσαι πειρασμός. Δεν είμαι εγώ για τέτοιους πειρασμούς, ταξίδια δώσε μου, όχι μήλα... Αλλά τι να σε κάνω, για να διώξω το γιατρό θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα σε φάω. Θα μείνει το συρτάρι άδειο από σένα αλλά έκανες αυτό που ήθελες, με ταξίδεψες!

Υ.Γ. Ωραίο ήταν το άτιμο κι ας μη μου αρέσουν τα μήλα, είχε βέβαια ζαχαρώσει λίγο αλλά ήταν ωραίο Ζαγορίτικο!

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Με κοιτάς σε κοιτώ, και μετά γκρεμός


Πάντα λοιπόν αναρωτιόμουν ρε συ, τί κάνει τους ανθρώπους να μην ξέρουν τι τους γίνεται. Για μένα τα πράγματα ανέκαθεν ήταν εξαιρετικά απλά, θέλω κάτι, ξέρω πώς το θέλω ή έστω περίπου, αν αυτό το πράγμα θέλει κάποιες προδιαγραφές φροντίζω να τις μαθαίνω πιο πριν και όταν ζητήσω αυτό το κάτι από τον δύσμοιρο επαγγελματία που θα με εξυπηρετήσει θα τον ταλαιπωρήσω πολύ πολύ λίγο σε περίπωση μόνο που έχω μια κάποια απορία. Αυτό ισχύει για τα πάντα. Από ρούχο μέχρι έπιπλο, τηλεόραση, αυτοκίνητο και δεν θυμάμαι τι άλλο. Θυμάμαι ότι όταν πήγα να αγοράσω αυτοκίνητο αποφάσισα μέσα σε 5 λεπτά όλες τις λεπτομέρειες που έπρεπε να δώσω στον καημένο τον πωλητή, μέσα σε 5 λεπτά και όχι παραπάνω. Το ίδιο έχω κάνει στις περισσότερες συναλλαγές μου με ανθρώπους που προσπαθούν να με εξυπηρετήσουν. 

Επίσης πρέπει να καταθέσω ότι εκτός από όλο αυτό που περιέγραψα ένα άλλο στοιχείο που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό στις συναλλαγές μου με επαγγελματίες είναι η ευγένεια την οποία την θεωρώ απαραίτητο στοιχείο και από τις 2 πλευρές. Όταν πετύχω ευγενή πωλητή - πωλήτρια είμαι ικανός να αδειάσω το μαγαζί, όταν δω ξινίλες, πράγμα που δεν είναι και τόσο σπάνιο, δεν παίρνω καν αυτό που θέλω να πάρω, απλά πηγαίνω κάπου αλλού. Δεν είναι δυνατόν να πηγαίνω σε ένα μαγαζί με ρούχα φερ ειπείν - όποιο κι αν είναι αυτό - και ο πωλητής επειδή έχει να κάνει σεξ από μια πολύ προηγούμενη ζωή να με κοιτάζει σαν ενοχλητική σκόνη πάνω στο παπούτσι του διότι τα δικά μου λεφτα θα δώσω στην επιχείρηση που δουλεύει, δεν θα μου χαρίσει τίποτα  - πάλι βγήκα απ το θέμα βρε κούκλα μου, δεν μου λες κι εσύ τίποτα, με αφήνεις και παραλληρώ χωρίς λόγο πάλι - άστην την ευγένεια για αργότερα, πάμε πάλι.

Επειδή δυστυχώς κάποιος από τους Θεούς ήθελε να με τιμωρήσει για την αψεγάδιαστη ομορφιά μου ενδεχομένως, κάνω ένα επάγγελμα στο οποίο πελάτες καλούνται να πουν τι θέλουν, να το φτιάξω, να το ψιλοαλλάξουμε αν κάτι δεν κάθεται καλά και να πάει στην ευχή του Θεού. Αυτό θα συνέβαινε φυσικά σε έναν ιδανικό κόσμο, σε έναν κόσμο όπου δεν θα υπήρχε πείνα, αρρώστιες, πόλεμος, δυστυχία και πάνω απ όλα ΒΛΑΚΕΙΑ.

Διότι ο οποιοσδήποτε παραγγέλνει κάτι, συνήθως δεν έχει ιδέα για ποιο πράγμα μιλά, δεν ξέρει τι το θέλει, πως το θέλει και ακόμα πιο σημαντικό γιατί το θέλει. Έτσι εγώ - και όχι μόνο εγώ - ακολουθώντας τις οδηγίες που μου δίνονται δημιουργώ κάτι και με κάποιες εναλλακτικές που επειδή είμαι επαγγελματίας και υποτίθεται ότι ξέρω κάτι παραπάνω (όπως η δύσμοιρη πωλήτρια που προσπαθεί να πείσει την υπέρβαρη κυρία ότι ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΣΤΟ SMALL ΤΟ ΚΟΡΜΑΚΙ ΣΟΥ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΣΚΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΡΑΨΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΔΙΠΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ), το συζητώ με τον πελάτη και υποτίθεται ότι καταλήγουμε κάπου. 

Φευ όμως, ο πελάτης τελικά δεν ήθελε αυτό που μου ζήτησε γιατί δεν το είχε φανταστεί έτσι ή δεν το είχε φανταστεί καθόλου και τι είναι αυτό εδώ, εγώ δεν είχα ζητήσει κάτι τέτοιο - μα τι λέτε καλέ μου κύριε, ορίστε εδώ είναι αυτά που μου γράψατε - ναι αλλά μπορεί να τα έγραψα έτσι αλλά εγώ εννοούσα κάτι άλλο (και που να ξέρω εγώ τι εννοούσες βρε ηλίθιο κατασκεύασμα) - και η θεία μου η Ευμορφία, που έχει κατέβει γουικέντ από τα Άνω Γκράβαρα μου είπε ότι αυτό δεν είναι μοντέρνο ή η φίλη μου η Σούλα που πουλάει σταυρουδάκια στην Ευαγγελίστρια στην Άνω Ζωφριά θεωρεί ότι είναι πασέ, και ναι ξέρω χτες μου άρεσε αλλά σήμερα ξύπνησα στις 4 το πρωί γιατί η από πάνω έβαλε ηλεκτρική και τράβαγε τους καναπέδες ΚΑΙ ΕΧΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΝΕΥΡΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ, ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΦΑΓΗΤΟ, γι αυτό ξανακάντο και κάνε μου 6-7 εναλλακτικές γιατί θα καλέσω όλο μου το σόι να τα δούμε και να τα ξαναλλαξουμε πάλι αύριο.

Αν αυτό κουκλίτσα μου σου ακούγεται υπερβολικό, πίστεψέ με δεν είναι, είναι καθημερινό. Είναι σαν τη γριά που θέλει να πάρει 3 ντομάτες να τρίψει για να κάνει φασολάκια και αφού τις διαλέγει για κανα 3ωρο μία μία από το καφάσι αναγκάζει το μανάβη να φέρει κι άλλο καφάσι γιατί «δεν είναι καλές οι ντομάτες βρε Μήτσο μου σήμερα» και τελικά παίρνει Πουμαρό και τον μανάβη το τρέχουν με 4 εγκεφαλικά νέο άνθρωπο κι έχει και οικογένεια.

Κι έτσι λοιπόν κάθε λογής βλαμμένος - βλαμμένη, μπαίνει στη ζωή σου και βάναυσα την καταστρέφει. Αποδιοργανώνει τη σκέψη σου, αποδομεί το νευρικό σου σύστημα, αλλοιώνει την προσωπικότητά σου γιατί συνήθως δεν ξέρει τι θέλει. Δεν έχει ιδέα. Ή έχει μέσα του μια φυσική κακία και γουστάρει αφάνταστα να ταλαιπωρεί κόσμο - είτε γιατί φταίει το γονίδιο ή γιατί τον έδερναν μικρό οι πάντες και τώρα που είναι ΠΕΛΑΤΗΣ θα πάρει το αίμα του πίσω. Έχει ανασφάλεια και θεωρεί την παραμικρή σκατούλα στόχο ζωής και ύπαρξης, στοιχείο απαραίτητο για τη φυσιολογική τάξη των πραγμάτων και της φύσεως και φυσικά του σύμπαντος απ άκρη σε άκρη.

Άκου να σου πω φιλενάδα. Η μπλούζα είναι μια μπλούζα, το αυτοκίνητο απλώς ένα αυτοκίνητο, η ανθοδέσμη δεν είναι παρά μόνον μια ανθοδέσμη. Δεν θα πεθάνει κανείς επειδή το χρώμα της δεν είναι ακριβώς όπως το φαντάστηκες στις πιο βαθιές σου ονειρώξεις. Άσε με να κάνω τη δουλίτσα μου και τελείωνε επιτέλους με τη βλακεία σου γιατί έχω να κάνω και πατζούρια μετά.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Ζήτα μου ό,τι θες


Βρε κούκλα μου γλυκειά, δεν σου είπα τι παρατήρησα τον τελευταίο καιρό μεσα στο μετρό. 

Παλιά θυμάμαι - πριν το μετρό, στον ηλεκτρικό, όχι το σίδερο βρε μάτια μου, το τρένο εκείνο που κανει Πειραιάς / Κηφισιά όποτε θέλει, γιατί τη μια κάνουν έργα, την άλλη κάνουν στάσεις (εργασίας, όχι του Kama Sutra - αυτές τις έκαμε η Πετρούλα με μέτρια επιτυχία), την τρίτη την καλύτερη πέφτει το ρεύμα κ.ο.κ. αλλά πάλι βρε πουλί μου όμορφο βγαίνω απ το θέμα ως συνήθως, οπότε πάμε στο θέμα και ξαναβγαίνουμε μετά από λίγο...

Σου έλεγα λοιπόν φιλενάδα, ότι παλιά στον ηλεκτρικό έμπαιναν οι κάθε λογής ζητιάνοι, σε αθλία κατάσταση, συνήθως ήταν τσιγγάνοι που είχαν να πλυθούν από κάποια προηγούμενη ζωή κι έπασχαν από κάτι φρικτό. Ένας ήταν καμμένος σε όλο το πρόσωπο, ένας άλλος είχε ένα κάτω χείλος πιο μεγάλο κι απ' το κεφάλι του και μια χοντρή ήταν τυφλή ή έκανε την τυφλή γιατί την περιέφερε κάποιος νεαρός συγγενής δώθε κείθε κι αυτή σκουντούφλαγε δεξιά - αριστερά κι έλεγε μονότονα "Είμαι τυφιλό, (δεν έκανα ορθογραφικό - τυφιλό έλεγε) δεν βλέπω τα ματάκια μου" και κάθε φορά ήθελα να της πω ότι ούτε κι εγώ τα βλέπω παρόλο που δεν είμαι τυφιλό οπότε θα έπρεπε εκεί στο ενδιάμεσο να έβαζε ένα κόμμα ή μια άνω τελεία, αλλά ντράπηκα και δεν της το πα ποτέ. Και μαζί με αυτούς και άλλοι ανάπηροι ή δήθεν ανάπηροι και που και που κανά πρεζόνι που ως εκ θαύματος μόλις είχε βγει απ τη φυλακή και ήθελε ένα εικοσάρικο για να πάρει εισιτήριο του ΚΤΕΛ να γυρίσει σπίτι. 
(Θυμάμαι και στα μέσα του 90 που έμπαινε κι ένας καημένος κι έλεγε ότι πάσχει από AIDS και δεν έχει που την κεφαλή κλίναι, κι έβλεπες τις γριές μόλις ακούγανε το AIDS αλαλιάζανε κι εξαφανίζονταν από την απόσταση βολής ροχάλας κι όποια δεν προλάβαινε έψαχνε βιαστικά να το βρει το άτιμο το ψιλό μην την φτύσει ο επαίτης και κολλήσει στα γεράματα και τρέχει).

Λοιπόν, έτσι ήταν στο παρελθόν, τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει σφόδρα. 

Παρατηρώ λοιπόν πρώτον ότι οι σημερινοί επαίτες ως επαγγελματίες που σέβονται τον εαυτό και τους πελάτες τους, είναι στην πλειοψηφία τους καλοντυμένοι και φρεσκοπλυμμένοι - πράγμα και δεν ισχύει και για τους υπόλοιπους επιβαίνοντες στο συρμό σώνει και ντε (έχει κάτσει δίπλα μου κουκλίτσα κάπου στα 20, και σηκώνει το χεράκι κι έρχεται η σουβλακίλα από την αμασχάλη πρωί πρωί, τόσο που μου ρχεται να βγάλω την 4711 από την τσέπη, να την ψεκάσω απ την κορφή ως τα νύχια και να το κουβαλάει πάνω της μέχρι τα βαθιά γεράματα)- και δεύτερον αν κι έχουν μια τραγική ιστορία να διηγηθούν, δεν την κουβαλούν ολοζώντανη μαζί τους (το πρησμένο κάτω χείλος που προαναφέραμε) για να μη γυρίσουν του πελάτη τα άντερα πρωινιάτικο, αλλά την παρουσιάζουν σε φωτοτυπία. 

Οπότε ο πάσχων είναι συνήθως κάποιο συγγενικό και αγαπημένο πρόσωπο και οι παθήσεις πάμπολες, από λευχαιμία μέχρι ουλίτιδα. Φυσικά ουδείς από αυτούς χαίρεται γι αυτό που κάνει, απλά αναγκάστηκε κλπ κλπ... Βέβαια αν το καλοσκεφτείς, όταν το αγαπημένο προσωπο πέθαινε πριν 2 χρόνια κι έπρεπε άμεσα να πάει Καζαμπλάνκα για εγχείρηση και ο θείος ακόμα μαζεύει λεφτά, κάτι δεν πάει καλά... Δεν μπορεί αγάπη μου να πεθαίνει επί 2-3 χρόνια. Θα μου πεις και τι θα κάνει ο επαίτης, θα αλλάζει περούκα για να μην τον αναγνωρίσεις εσύ ότι είναι ο ίδιος και σου λέει με υπέροχη θεατρικότητα το δράμα μιας ορφανής ή θα τρέχει για πλαστικές ο άνθρωπος; Δεν ξέρω πραγματικά, κάτι όμως πρέπει να κάνει. 

Το μόνο που έχει παραμείνει απαράλαχτο είναι ο τρόπος με τον οποίο απαγγέλεται το ποιηματάκι:

Κυρίες και Κύριοι (χαμηλά ντεσιμπέλ), δεν είμαι ζητιάνος (αυξάνονται τα ντεσιμπέλ), Η Ανάγκη Με Έκανε (λίγο πιο πάνω και πάμε για κρεσέντο) ΕΧΩ ΜΙΑ ΚΟΡΟΥΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΑΣΧΕΙ ΑΠΟ ΠΟΙΚΙΛΟΧΡΟΥΝ ΠΥΤΙΡΙΑΣΙΣ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ (κρεσέντο απίστευτο) γι αυτό πουλάω 2 στυλό 1 ευρώ (χαμηλώνουν πάλι τα ντεσιμπέλ για να σου δείξει ότι αν είσαι τσίπης και δώσεις το ευρώ και θέλεις και το στυλό τότε θα καείς στο πυρ το εξώτερον, ψυχή δεν έχεις να καταλάβεις το δράμα του ανθρώπου;)

Όλη αυτή η βελτίωση στο στιλ είναι εξαιρετικά ευχάριστη οφείλω να ομολογήσω, πλέον δεν σε ενοχλεί η παρουσία και η ευωδιά του επαίτη, παρά μόνον τα ντεσιμπέλ, οπότε μπορείς άνετα να βάλεις μουσικούλα στα αυτάκια σου και να καταπνίγονται. Κι ύστερα σου λέει αυτή η χώρα δεν έχει εξέλιξη, μια χαρά το βρίσκω εγώ προσωπικώς.

Υ.Γ. Εγώ από τότε που ήμουν πιτσιρίκι και είχα πει τα κάλαντα με μέτρια επιτυχία στις εισπράξεις κι έδωσα δεν θυμάμαι πόσα σε μια τσιγγάνα - έχουν περάσει δεκαετίες- και μ εβρισε γιατί της φανήκαν λίγα, προτιμώ να γλωσσοφιλήσω τον Χειλαρά παρά να δώσω πάλι σε επαίτη, εσύ κάνε ό,τι καταλαβαίνεις!


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Ποιος το περίμενε πώς θα ταν Κυριακή...


Οι Κυριακές είναι εκ των πραγμάτων μελαγχολικές, είναι η μέρα (εκτός αν δουλεύεις σε ζαχαροπλαστείο ή κάτι παρόμοιο) που προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις ότι η επόμενη μέρα είναι Δευτέρα, ότι τέρμα το καθισιό και τα τρελά ξενύχτια, ότι θα δεις πάλι τις ξινισμένες μούρες των συναδέλφων σου (για όσους από μας δουλεύουν ακόμα) και ότι θα δουν κι εκείνοι πάλι το δικό σου ξινισμένο χάλι...

Τις Κυριακές θα βγω σπανίως απ το σπίτι, το Σάββατο τρελανέ με στη βόλτα, πήγαινέ με από δω, ξεναγησέ με εκεί να να, πέτα με στα βράχια να με φάει η αλμύρα - τις Κυριακές μη μου ζητάς ματάρες μου καφέ στη λιακάδα γιατί κωλύομαι, δεν δύναμαι βρε κουκλί μου, μην επιμένεις, με φαρμακώνεις. (Αν μεγαλώσω κι άλλο ίσως αρχίσω τους όρθρους τα κρύα κυριακάτικα πρωινά, προς το παρόν δεν το συζητώ καν, υποψιάζομαι δε ότι κι όταν ήμουν φρεσκοβαπτισμένος και με τρέχανε κυριακάτικο στη εκκλησία για την ευχή, ένα κλάμα θα τό ριχνα - μη σου πω και πολλά περισσότερα) (κι άλλη παρένθεση, μόλις πέρασε κάτι φρικιαστικό από μπροστά μου, μισότυφλος βγαίνω να πάρω αέρα κι επανέρχομαι).

Α πα πα πα πα, τι ήταν κι αυτό...
Συνεχίζουμε...

Τις Κυριακές λοιπόν αραλίκι και μελαγχολία στο σπίτι, ίσως οι μοναδικές μέρες που θα ανοίξει κι εκείνο το ρημάδι το χαζοκούτι που το χω διακοσμητικό, που θα ξεδιπλωθούν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου διάφορες υπέροχες και μη εκπομπές. 

Οι ειδήσεις οι ίδιες, ο Γιώργος θα μείνει στο ΠΑΣΟΚ; Δεν θα μείνει; Η Καϊλή τι σκέφτεται επ αυτού και γιατί; (Το ότι θα γραφτεί η γλυκειά Εύα στα βιβλία ιστορίας του μέλλοντος ως μοχλός ανατροπής της Κυβερνήσεως δεν μπορώ να το καταπιώ ακόμα. Να τανε η Άντζελα - όχι η ποια θυσία, η άλλη, το αυτοκολητάκι- να το δεχτώ. Έχει ένα εκτόπισμα. Έχει εκτίσει και υπουργός γαμώ τα υπουργεία μου. Το Ευάκι; Αυτό το αιθέριο πλάσμα;)

Θα υπογράψει ο wannabe πρωθυπουργός επιτέλους - νυσάφι δεν θα προλάβω θα με φάει η Ντόρα- εκείνο εκεί που θέλουν οι φίλοι Γερμανοι ή δεν θα το υπογράψει; 

Πόσα σπίτια διερρήχθησαν μέσα στο σκ; Τα αυτοκίνητα τα πήραν; Τι τα θελε η γριά 1000 ευρώ στο σπίτι; Είχε να πάει στο μπακάλη την επομένη; ΠΟΥ ΤΑ ΒΡΗΚΕ ΤΑ 1000 ΕΥΡΩ Η ΓΡΙΑ και τα χε μεσ στο συρτάρι με κείνα τα κοντά καλτσάκια - καλτσόν τα καραμέλ κι εγώ δεν έχω να δώσω τα κοινόχρηστα και μου χει παγώσει και το δόντι ακόμα;

Ποιος θα φάει τούμπα στον πάγο; Πόσες τούμπες θα φάει στον πάγο; Ποιος θα συγχιστεί τα μάλα με την κριτική και θα κάνει πανικό; (που ξεχνάει ότι τον είχε ξεχάσει ακόμα και η μάνα του και τώρα του δώθηκε ευκαιρία να τον ξαναδούμε - έρμα μου μάτια - μας κάνει και τον δύσκολο;) ε; ε; 
(Άσχετο και σχετικό, το Λενάκι τι τρώει και φούσκωσε έτσι; Σοκαρίστηκα)

Μετά απ όλα αυτά τα όμορφα σκέφτομαι να τις καταργήσω τις Κυριακές. Σκέφτομαι να πιάσω μια κυριακάτικη δουλειά να ησυχάσω κι εγώ και η άδεια μου τσέπη. Να κρατήσω μόνο τα Σάββατα, τις βόλτες και το χάζεμα στις βιτρίνες. Τι αξία έχει πλέον η Κυριακή όταν το Σάββατο είναι αργία με τα μαγαζιά ανοιχτά; Βέβαια παίζει ψυχολογικά ότι το Σάββατο θα μετατραπεί σε Κυριακή αν το κάνω συτό, δεν βαριέσαι δεν θ ανοίξω το χαζοκούτι, θα ρίχνω πασιέντζες μέχρι τελικής πτώσης, ε; Εκτός αν δωθεί εκπομπή στον Αγαπημένο Πάτρα και ξεθάψω το VCR να τη γράφω να τη βλέπω loop και non stop μέχρις εξαντλήσεως του αμφιβληστροειδούς!

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Τρέμω, τρέμεις, τρέμει (και η Όλγα)


Σήμερα, για άλλη μια φορά τσούζουν τα μάτια μου, με πονάει ο σβέρκος μου και νυστάζω...

Μια γριά στο δρόμο έκανε ό,τι ήταν δυνατόν να πέσει πάνω μου, εγώ με το ποδήλατο και το σάκο στους ώμους κι εκείνη με ένα σωρό σακούλες από τη λαϊκή, να μπαλαντζάρει επικίνδυνα μέσα στο δρόμο, να πηγαίνω απ τη μία να την αποφύγω, να έρχεται προς το μέρος μου, να πηγαίνω από την άλλη, να αλλάζει ρότα. Στο τέλος έκανα έναν γρήγορο ελιγμό για να την μπερδέψω κι έτσι γλιτώσαμε τη μετωπική, εγώ παρολίγον κάτω με το ποδήλατο να συνθλίβει το πονεμένο μου πόδι και το σάκο στα μούτρα κι εκείνη ριγμένη στα οπίσθια με μια ροδιά γεμάτη λάσπη στα έκπληκτα μούτρα της και πορτοκάλια να κυλούν ανέμελα στην -όχι και τόσο καυτή- άσφαλτο. Ευτυχώς λοιπόν τη γλιτώσαμε κι έτσι τα πορτοκάλια θα προσφέρουν τους χυμούς τους στα διάφορα σπαστικά εγγόνια της ημίτρελης γριάς.

Ο κόσμος γενικά -μαζί τους κι εγώ- τα έχει παίξει, σε διάφορες βαθμίδες. Άλλοι λιγάκι, κάποιοι λίγο περισσότερο, κάποιοι τελείως, μα τελείως όμως. Πριν λίγο καιρό μια νεαρή και σχετικά όμορφη ύπαρξη αντί να μου ρίξει απλά ένα φάσκελο για μια ανοησία που έκανα με το αυτοκίνητο, πάτησε γκάζι με στόχο να με εμβολίσει, με σκυλόβρισε όπως ούτε λιμενεργάτης θα μπορούσε να φανταστεί, μου έκανε κωλοδάχτυλο και αν δεν είχα μείνει εντελώς μαλάκας με την αντίδρασή της, θα είχα κατέβει από το αυτοκίνητο και θα τη σάπιζα στο ξύλο μέχρι να με σταματήσει με μία σφαίρα στον κρόταφο ένα νεαρό βλαχάκι της ομάδας Δίας. 

Θα μου πεις όλα σε σένα συμβαίνουν; Όχι, συμβαίνουν σε όλους μας, ο κόσμος αποτρελαίνεται, έχει μια διαρκή ανασφάλεια - αρχικά οικονομική - άλλος γιατί δεν έχει δουλειά, άλλος γιατι του μείωσαν το μισθό ή τη σύνταξη, άλλος γιατί στο μαγαζί του πατάει μονο η άνεργη εξαδέρφη έτσι για καφέ και κουβέντα, ο Αυτιάς έχει να εμφανιστεί μέρες στη μικρή οθόνη να εκτονώσει τις γριές και οι γέροι δεν πάνε στη Βαρβάκειο γιατί δεν έχουν λεφτά για το εισητήριο του λεωφορείου. Μέσα σε όλον αυτόν τον πανικό δημιουργούνται και άλλα προβλήματα, οικογενειακά, ερωτικά, προβλήματα σχέσεων, προβλήματα φιλίας κ.ο.κ εκτός από αυτά της επιβίωσης και - γιατί όχι - του παντεσπανιού. Μάθαμε πολλοί από μας στο αφράτο παντεσπάνι και τώρα το παξιμάδι δεν κατεβάινει το άτιμο. Και πού λεφτά για ντομάτα και φέτα.

Βέβαια θα μου πεις, όλα τα ευτράπελα συμβαίνουν λόγω της κρίσης; Όχι, βέβαια, είναι και θέμα παιδείας, μιας παιδείας που δυστυχώς λείπει από πολλούς από μας. Τροφή για σκέψη; Όχι, δεν έχω πιο μαλακισμένη ατάκα από αυτήν. Τι τροφή για σκέψη ρε βλήμα; Να κατσεις να σκεφτείς εσύ και να μου πεις τι συμπεραίνεις, εγώ θα σκεφτώ αυτά που θέλω. Όχι τροφή για σκέψη λοιπόν, θέμα προς ανάπτυξη, στο εγγύς μέλλον και σε πολλά -ελπίζω- επεισόδια. 

Το σημερινό είναι μια αρχή. Φρονώ ότι στη συνέχεια θα στρώσει καλύτερα. Ίσως λίγο γκρινιάρικο αλλά κάπως πρέπει να δικαιολογήσω και τον τίτλο του blog. Ντελίριουμ τρεμένς είναι ρε φιλενάδα, δεν είναι ψυχούλες στον παράδεισο!

Α τουτ αλέρ!!!!!!!

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Αρχάγγελος

Πρώτο ποστ. Δεν θα παω πολλά ακόμα, απλά το ενεργοποιώ. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι στο εγγύς μέλλον!